Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

dragon withe


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο dragon παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: withe
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: dragon, drag, drag on

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dragon n (mythical fire-breathing creature)δράκος ουσ αρσ
 The knight killed the dragon and rescued the princess.
dragon n figurative (difficult or formidable person) (μτφ, προσβλ: για γυναίκα)μάγισσα, σκύλα ουσ θηλ
  (μτφ, αποδοκιμασίας)τέρας ουσ ουδ
Σχόλιο: This term is most often applied to a woman and may be seen as pejorative or even highly offensive.
 My new boss is a real dragon; she doesn't let anyone get away with anything!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drag [sth/sb] vtr (pull [sth], [sb] along the ground) (κυριολεξία, καθομιλουμένη)σέρνω, σύρω ρ μ
  (κυριολεξία, λαϊκό)σούρνω ρ μ
 Cynthia dragged the large chair into the room.
 Η Σίνθια έσυρε τη μεγάλη καρέκλα στο δωμάτιο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έσουρε το μπαούλο στην άκρη.
drag vi (touch the ground)σέρνομαι ρ αμ
 I didn't know that my scarf was dragging on the ground. Now it's filthy!
 Δεν ήξερα πως το κασκόλ μου σερνόταν στο πάτωμα. Τώρα είναι μέσα στη βρώμα!
drag vi (pass slowly) (χρόνος)περνώ αργά ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμ
 The movie starts to drag in the second half.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο χρόνος περνάει αργά όταν δεν έχεις κάτι να κάνεις.
 Η ταινία σέρνεται στο δεύτερο μισό της.
a drag n informal ([sth] boring, tedious)αγγαρεία ουσ θηλ
  (καθομ: βαρετός)βαρεμάρα ουσ ως επίθ
 Homework is always a drag.
 Οι εργασίες για το σπίτι είναι πάντα αγγαρεία.
 Οι εργασίες για το σπίτι είναι σκέτη βαρεμάρα.
drag on [sth],
drag of [sth]
n
informal (puff on a cigarette, etc.) (από κάτι)ρουφηξιά ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)τζούρα ουσ θηλ
 The man took a long drag of his cigarette.
 Ο άνδρας πήρε μια μεγάλη ρουφηξιά (or: τζούρα) από το τσιγάρο του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drag n (horse-drawn coach)άμαξα ουσ θηλ
 Four horses pulled the drag, which had passengers seated inside and on the top.
drag n (fishing: reel brake) (καλάμι ψαρέματος)μηχανισμός φρένου φρ ως ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, μτφ)φρένο ουσ ουδ
 Use the drag when the fish tries to run.
drag n (aerodynamics: resistance)οπισθέλκουσα ουσ θηλ
 The thrust of the engines counteracts the drag of the wings.
drag n (women's clothing worn by man)γυναικεία ρούχα επίθ + ουσ θηλ πλ
 The performer wore drag and heavy makeup.
drag,
main drag
n
informal (street)δρόμος ουσ αρσ
 Youths race their cars up and down the drag.
drag vi (move wearily, heavily) (μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμ
 The old man dragged along the road.
drag for [sth] vi + prep (fishing: cast a net) (έμφαση στη συλλογή)βγαίνω για κτ ρ αμ + πρόθ
  (έμφαση στον τρόπο)ρίχνω δίχτυα για κτ περίφρ
 The fishermen drag for mussels when the tide is right.
drag on [sth] vi + prep (draw on a cigarette, etc.) (κάτι)ρουφάω ρ μ
  (από κάτι)παίρνω μια ρουφηξιά περίφρ
 She dragged on her cigarette.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drag on vi phrasal (continue tediously) (μεταφορικά)τραβάω ρ αμ
  δεν λέω να τελειώσω έκφρ
  δεν έχω τελειωμό έκφρ
Σχόλιο: επίσης τραβώ
 The three-hour movie dragged on and on.
 Η τρίωρη ταινία δεν είχε τελειωμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
drag | dragon | drag on
ΑγγλικάΕλληνικά
drag [sb] along vtr phrasal sep (force to accompany)σέρνω κπ μαζί μου έκφρ
  παίρνω κπ μαζί μου με το ζόρι έκφρ
  φέρνω κπ με το ζόρι έκφρ
  (μεταφορικά)κουβαλάω, κουβαλώ ρ μ
 If you drag your son along to church he will only resent it.
drag around vi phrasal (move, act slowly) (καθομιλουμένη)σέρνομαι ρ αμ
  βολοδέρνω ρ αμ
 She didn't feel like doing anything, so she just dragged around all day.
drag [sb] down vtr phrasal sep figurative (demoralize)ρίχνω το ηθικό περίφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ρίχνω ρ μ
 His attitude is dragging the rest of us down.
 Η στάση του ρίχνει και το δικό μας ηθικό.
drag [sth] down vtr phrasal sep figurative (lower the status, reputation of) (μεταφορικά)ρίχνω, κατεβάζω ρ μ
  χαλάω ρ μ
 Marrying that reprobate will certainly drag down her reputation.
drag [sth] in,
drag in [sth]
vtr phrasal sep
(cat: bring indoors)φέρνω, κουβαλάω ρ μ
 Last night Tiddles dragged in three voles, a mouse and half a woodpecker.
drag [sb] in,
drag in [sb]
vtr phrasal sep
figurative (involve [sb] unwilling)μπλέκω, ανακατεύω ρ μ
 When my sisters are arguing, they always try to drag me in.
drag [sb] into [sth] vtr phrasal sep figurative (involve [sb] in [sth](καθομιλουμένη, μεταφορικά)σέρνω κπ σε κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μπλέκω κπ σε κτ έκφρ
drag [sth/sb] off vtr phrasal sep (carry away)απομακρύνω ρ μ
 The cougar dragged its lifeless prey off to a secluded spot.
drag [sth] out vtr phrasal sep informal, figurative (prolong)παρατείνω ρ μ
 Let's not drag out the meeting any longer than it has to be.
 Ας μην παρατείνουμε τη συνέλευση περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται.
drag [sth] up vtr phrasal sep figurative, informal (old subject: raise again) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ξεθάβω ρ μ
  (μεταφορικά: πιο επίσημο)ανασύρω, επαναφέρω ρ μ
 Did you have to drag up her infidelity?
drag [sb] up vtr phrasal sep figurative, informal, UK (child: rear badly)κακοανατρέφω, κακοαναθρέφω ρ μ
 Judging by his behaviour, that child's parents have dragged him up!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
dragon | drag | drag on
ΑγγλικάΕλληνικά
bearded dragon n (lizard)είδος σαύρας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Alice feeds her bearded dragon mealworms.
dragon fruit n (food: pitahaya)φρούτο του δράκου φρ ως ουσ ουδ
 Dragon fruit is white inside, with black seeds.
dragon tree n (treelike plant) (δέντρο)δράκαινα ουσ θηλ
flying dragon (lizard)φτερωτή σαύρα επίθ + ουσ θηλ
Komodo dragon,
Komodo monitor
n
(animal: lizard)δράκος του Κομόντο φρ ως ουσ αρσ
sea dragon,
sea-dragon
n
(fish) (ψάρι)δράκος της θάλασσας φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dragon withe στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dragon withe».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!